σηρ

το, Ν
ινδική μονάδα βάρους, ισοδύναμη με 910 γραμμάρια.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Σήρ — silkworm masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σήρ — ηρός, ὁ, Α 1. μεταξοσκώληκας 2. μετάξι. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Πρόκειται πιθ. για δάνεια λ. από το κινεζ. se «μετάξι». Ο τ. σήρ με σημ. «μεταξοσκώληκας» είναι υποχωρητικό παράγωγο τού τ. σήρ «μετάξι». Τη λ. δανείστηκε η Λατινική (πρβλ. Sērēs,… …   Dictionary of Greek

  • Σηρσίν — Σήρ silkworm masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σηρῶν — Σήρ silkworm masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σηρός — Σήρ silkworm masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σῆρα — Σήρ silkworm masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σῆρα — Σήρ silkworm masc acc sg σαίρω part the lips and show the closed teeth aor ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σῆρας — Σήρ silkworm masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σῆρας — Σήρ silkworm masc acc pl σαίρω part the lips and show the closed teeth aor ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σῆρες — Σήρ silkworm masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.